Το άγχος στην παιδική ηλικία

Published on July 27, 2026 at 2:33 PM

Το να νιώθει κανείς άγχος, είτε είναι ενήλικας είτε παιδί, είναι φυσιολογικό και υγιές. Το άγχος μπορεί να μας βοηθήσει να διαισθανθούμε και να αποφύγουμε κάτι που πιθανών να είναι επικίνδυνο. Ή να μας κινητοποιήσει ώστε να αντιμετωπίσουμε και να επιλύσουμε ένα πρόβλημα. Η αγχώδης διαταραχή, από την άλλη, είναι μια διαφορετική κατάσταση: τα αγχώδη συναισθήματα είναι συχνά, διάχυτα και επηρεάζουν την καθημερινότητα του ατόμου. 

Εκτιμάται ότι 1 στα 5 άτομα βιώνει συμπτώματα αγχώδους διαταραχής, κι αυτό προτού ακόμα ενηλικιωθεί. Εάν ωστόσο πιστεύετε ότι το παιδί σας βιώνει τέτοια συμπτώματα, υπάρχουν τρόποι με τους οποίους μπορεί να μάθει να διαχειρίζεται το άγχος του και να τα αντιμετωπίσει αποτελεσματικά.

Όλοι οι υπο-τύποι διαταραχών άγχους έχουν κάποια κοινά χαρακτηριστικά:

  • Υπερδιέγερση: το νευρικό σύστημα φαίνεται να υπερ-αντιδρά. Στα μικρά παιδιά αυτό συνήθως εκδηλώνεται με συμπτώματα όπως είναι ο πονοκέφαλος, ο πόνος στο στομάχι ή την κοιλιακή χώρα, ή η ναυτία. 
  • Προσμονή: μια μόνιμη πεποίθηση ότι κάτι κακό πρόκειται να συμβεί. Ένα παιδί που βιώνει άγχος μπορεί να πιστεύει ότι θα συμβεί το χειρότερο ή φαντάζεται αρνητικά σενάρια τα οποία όμως είναι απίθανο να συμβούν. 
  • Αποφυγή: η τάση του να αποφεύγουμε καταστάσεις, χώρους ή ανθρώπους οι οποίοι μας προκαλούν άγχος. 

 

Ο τρόπος με τον οποίο εκδηλώνεται το άγχος διαφέρει ανάλογα με την αναπτυξιακή ηλικία του παιδιού.

Στα πολύ μικρά παιδιά, που η λεκτική επικοινωνία είναι ακόμα περιορισμένη, το άγχος μπορεί να εκδηλώνεται ως ευερεθιστότητα, συχνά ξεσπάσματα θυμού, δυσκολίες στον ύπνο ακόμα και δυσκολία στο να ηρεμήσει. Σε μεγαλύτερα παιδιά το άγχος μπορεί να εκδηλώνεται ως αποφυγή. Μπορεί να δείχνουν ντροπαλά ή διστακτικά, ιδιαίτερα όταν βρίσκονται σε καταστάσεις ή γύρω από άτομα με τα οποία δεν είναι εξοικειωμένα.

Στα παιδιά σχολικής ηλικίας, το άγχος εκδηλώνεται συνήθως με το να αποφεύγουν καταστάσεις ή δραστηριότητες που αρέσουν στα περισσότερα παιδιά της ηλικίας τους, να δείχνουν προσκόλληση στους γονείς, να αρνούνται να μείνουν μόνα, αλλά και με σωματικά συμπτώματα, όπως γρήγορη αναπνοή ή αυξημένος καρδιακός ρυθμός. 

Σε μεγαλύτερα παιδιά και στους έφηβους, οι αγχώδεις σκέψεις εκφράζονται και λεκτικά. Μπορεί να ανησυχούν υπερβολικά για το τι σκέφτονται οι άλλοι, υπερβολική ανησυχία για τις σχολικές τους επιδόσεις ή μια μόνιμη πεποίθηση ότι θα συμβεί κάτι κακό. 

Η αποφυγή είναι ένα χαρακτηριστικό σύμπτωμα όλων των ηλικιακών ομάδων. Όταν ένα παιδί αποφεύγει συστηματικά καταστάσεις τις οποίες παιδιά της ηλικίας του διαχειρίζονται χωρίς ιδιαίτερες δυσκολίες, τότε ο γονέας θα ήταν καλό να δώσει περισσότερη προσοχή σε αυτή τη συμπεριφορά ή να ζητήσει βοήθεια. 

 

Γιατί ένα παιδί μπορεί να εκδηλώσει αγχώδη διαταραχή;

Τα συμπτώματα της αγχώδους διαταραχής συνήθως προκαλούνται ή ενισχύονται από έναν συνδυασμό παραγόντων. Ένα ποσοστό, για παράδειγμα, οφείλεται σε γενετικούς παράγοντες, επομένως για κάποια παιδιά υπάρχει ήδη μια γενετική προδιάθεση. Επιπλέον, τα παιδιά μπορεί να "μιμούνται" ή να αναπαράγουν μοτίβα αγχώδους συμπεριφοράς από τους ενήλικες γύρω τους. 

Η ενίσχυση αγχωδών συμπεριφορών μπορεί να είναι ένας άλλος παράγοντας. Για παράδειγμα, μπορεί κάποιος να επιτρέπει στο παιδί του να μην πάει στο σχολείο εξαιτίας του άγχους του. Οι περισσότεροι γονείς δρουν καλοπροαίρετα, και δεν θέλουν να βλέπουν τα παιδιά τους να δυσκολεύονται. Επομένως σπεύδουν να τα "προστατεύσουν" με το να τα βοηθήσουν να απομακρυνθούν από αγχώδεις καταστάσεις. 

Κι ενώ η αποφυγή ανακουφίζει άμεσα από το άγχος τόσο του παιδιού όσο και των γονέων, από την άλλη ενισχύει το άγχος. Δεν δίνεται στο παιδί η δυνατότητα να έρθει αντιμέτωπο με τους φόβους του και να μάθει πώς μπορεί να διαχειρίζεται καταστάσεις που το δυσκολεύουν. 

 

Εάν ανησυχείτε ότι το παιδί σας παρουσιάζει έντονα συμπτώματα άγχους, τα οποία επιμένουν συνήθως για περισσότερους από 6 μήνες, και ότι τα συμπτώματα αυτά επηρεάζουν τη λειτουργικότητα του παιδιού στην καθημερινότητά του, θα ήταν καλό να μοιραστείτε την ανησυχία σας αρχικά με τον παιδίατρό σας, ώστε να αποκλειστούν άλλοι παράγοντες σχετικοί με την υγεία του παιδιού και στη συνέχεια να λάβετε τη βοήθεια κάποιου ειδικού. 

Η έγκαιρη παρέμβαση είναι καθοριστική για την αποτελεσματικότητα της παρέμβασης και της θεραπείας.